
| ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΛΑΙΤΖΗ (ΜΠΙΝΤΑΓΙΑΛΑ) ΣΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ |
Τον καταξιωμένο παραδοσιακό μουσικό από το Μεσότοπο Νίκο Καλαϊτζή πιο γνωστό σαν Μπινταγιάλα τιμά ο Σύλλογος μας στις 13 Δεκεμβρίου την ημέρα των γενεθλίων του. Είναι ο τελευταίος δεξιοτέχνης σαντουριέρης της Λέσβου από τη παλιά γενιά με μεγάλη θητεία στο παραδοσιακό τραγούδι .Θα προβληθεί ντοκιμαντέρ του Χαράλαμπου Μοσχόβη που έχει την επιμέλεια όλου του αφιερώματος και θα παρευρεθούν φίλοι, συνεργάτες και μουσικοί που θα μιλήσουν ενώ στην αίθουσα του Συλλόγου θα λειτουργήσει έκθεση φωτογραφίας από τη πολύχρονη σταδιοδρομία του. Τέλος η βραδιά θα ολοκληρωθεί απολαμβάνοντας ζωντανά δείγματα της δεξιοτεχνίας του.
ΕΝΑΣ ΠΡΟΙΚΙΣΜΕΝΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Ο Νίκος Καλαϊτζής αποτελεί έναν από τους πιο ικανούς και προικισμένους μουσικούς της Λέσβου. Δεξιοτέχνης και πληθωρικός σαν οργανοπαίκτης και εκφραστικός σαν τραγουδιστής υπηρέτησε για πολλές δεκαετίες το παραδοσιακό και μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι. Η ικανότητά του στον αυτοσχεδιασμό αλλά και στο πέρασμα του ενός μουσικού δρόμου με τον άλλο είναι πράγματι μοναδική.Παίζοντας επαγγελματικά πέντε όργανα (βιολί, σαντούρι, μπουζούκι, κορνέτα και τρομπόνι) με επιδέξιο χειρισμό σε όλα, υπήρξε ένας από τους ελάχιστους Μυτιληνιούς μουσικούς που η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της πατρίδας του. Ταυτόχρονα αποτέλεσε και έναν από τους πιο αυθεντικούς εκπροσώπους και εκφραστές του Μυτιληνιού μουσικού ύφους και γενικότερα του Σμυρνέικου, που επηρέασε σημαντικά τη μουσική της Λέσβου. Παρά τις δύσκολες εποχές, την οικογενειακή τραγωδία, αλλά και τις προσωπικές αντιξοότητες ο Νίκος Καλαΐτζής ύψωσε το μουσικό ανάστημά του όλα αυτά τα χρόνια αφού, στις φλέβες όλης της οικογένειας «Μπινταγιάλα» κυλούσε αίμα πλούσιο σε νότες.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΛΑΙΤΖΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΜΠΙΝΤΑΓΙΑΛΑ
Ο Νίκος Καλαϊτζής γεννήθηκε στο Μεσότοπο της Λέσβου το 1925 από Μεσοτοπίτες γονείς. Ο πατέρας του Γιάννης γεννήθηκε το 1888, ήταν κουρέας και σουβατζής στο επάγγελμα αλλά ημιερασιτεχνικά τα πρώτα χρόνια έπαιζε λαούτο και ούτι. Όταν αργότερα σχηματίστηκε οικογενειακή ορχήστρα με τα παιδιά του έπαιζε ντραμς. Λέγονταν Τσλιά από τις επιδόσεις του στο φαγητό και Καραγιάννης γιατί ήταν μελαχροινός (καρά=μαύρος στα Τούρκικα). Το αρχικό όνομα της οικογένειας ήταν Ντόβας. Το επίθετο Καλαϊτζής προέκυψε γιατί ο πατέρας του ήταν γανωτζής. Ο Γιάννης Καλαϊτζής υπηρέτησε στο Τούρκικο στρατό με τη ψήφιση του συντάγματος των Νεότουρκων. Τα χρόνια πριν τη Καταστροφή, όπως πολλοί Μεσοτοπίτες πήγαινε για να εργαστεί στη Σμύρνη. Ήταν προνοητικός και πρακτικός άνθρωπος, προέβλεψε τα γεγονότα και έφυγε με την οικογένειά του πριν να ξεσπάσει η Μικρασιατική τραγωδία.Η μητέρα του Ειρήνη ήταν το γένος Καμπουροπούλου και με το γάμο της έκαναν οκτώ παιδιά τέσσερα κορίτσια και τέσσερα αδέλφια. Ο μεγαλύτερος αδελφός Δημήτρης γεννήθηκε το 1915 στο Μεσότοπο. Ήταν μουσικός υψηλής στόφας, δυνατό μυαλό και σπάνιας αντοχής. Ξεκίνησε παίζοντας σαντούρι, αλλά μετά το γύρισε στο βιολί και τραγούδι. Σε μικρή ηλικία, έφηβος έφυγε για την Αθήνα γράφτηκε στο ωδείο, και δούλευε σερβιτόρος για να καλύψει τα έξοδά του. Όμως ο πατέρας του μετά από μερικούς μήνες τον έφερε στο χωριό προφασιζόμενος αρρώστια της μητέρας του. Παρ όλα αυτά είχε ήδη ξεκινήσει να διαβάζει και να γράφει μουσική και συνέχισε μόνος του για να φτάσει σε ψιλό επίπεδο. Ο δεύτερος αδελφός Γιώργος γεννήθηκε το 1920 στο Μεσότοπο κι αυτός με κλίση στη μουσική. Ξεκίνησε παίζοντας σαντούρι, αλλά στη συνέχεια έπαιζε και τρομπόνι και ντραμς. Το 1925 γεννιέται ο Νίκος και το 1931 ο μικρότερος αδελφός Ηλίας, όλοι στο Μεσότοπο. Τα χρόνια αυτά ο Μεσότοπος παρά το ότι ήταν μικρό και απομονωμένο χωριό αφθονούσαν οι μουσικοί, υπήρχαν δύο και τρία συγκροτήματα. Η οικογένεια λοιπόν του Γιάννη Καλαϊτζή αναζητώντας καλύτερη τύχη μετακομίζει το 1932 περίπου στη Βρυσά και μετά από ένα χρόνο στο Πολυχνίτο, όπου υπήρχε μεγαλύτερη ακτίνα δράσεως, αλλά και πλουσιότερα μέρη (Βασιλικά, Λισβόρι, Βούρκος, Αμπελικό κα). Παρ’ όλα αυτά τα καλοκαίρια και σε ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα η οικογένεια επέστρεφε στο Μεσότοπο και στο Ποδαρά, όπου διατηρούσε αμπέλι. Στο Πολυχνίτο ο μεγαλύτερος αδελφός Δημήτρης, μανιώδης με τη τέχνη του, ό,τι καινούριο κομμάτι κυκλοφορούσε στην Αθήνα, ερχότανε με παρτιτούρες, το μάθαινε και ήταν πάντα ενημερωμένος. Από αυτόν προέκυψε και η ονομασία Μπινταγιάλα. Έλεγε ο κόσμος το συγκρότημα που έλεγε ωραία το «Μπινταγιάλα» όταν αναφερότανε σε αυτούς και έτσι τους έμεινε η ονομασία. (Μπιντα γιάλα ήταν ένα τραγούδι του Παναγιώτη Τούντα που τραγούδησαν το 1931 σε διαφορετικές εκδοχές ο Στελλάκης Περπινιάδης και η Ρίτα Αμπατζή και σημαίνει στα Τούρκικα χόρεψε άλλη μια φορά). Παράλληλα λειτουργούσε ένα χώρο σαν ωδείο με βιολιά, από όπου ξεπήδησε και ο Τάσος Κουλούρης ο σημαντικός κι αυτός μουσικός από το Πολυχνίτο και για χρόνια μετέπειτα συνεργάτης του Νίκου. Παρ όλα αυτά ο μικρός Νίκος δεν πάει στο ωδείο του αδελφού του, αλλά από πείσμα μόνος του μαθαίνει πρώτα βιολί και μετά σαντούρι και πριν τελειώσει το δημοτικό έχει μάθει και τρομπόνι. Στη συνέχεια μαθαίνει και κορνέτα και παιδί με κοντό παντελονάκι κερδίζει επάξια τη θέση του στην ορχήστρα της οικογένειας. Τα επόμενα χρόνια γίνονται πασίγνωστοι και περιζήτητοι στην ευρύτερη περιοχή με το ψευδώνυμο Μπινταγιάλα, μέχρι να ξεσπάσει ο πόλεμος που σημαίνει και την αρχή του αφανισμού της οικογένειας. Ο Δημήτρης φεύγει στο Αλβανικό μέτωπο και σκοτώνεται το Δεκέμβρη του 1940 στο Καλυβάτσι δυτικά του Πόγραδετς, αφήνοντας τη τελευταία του πνοή στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Ο Γιώργος φεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου υπηρετεί στην ταξιαρχία του Ρίμινι. Το ξεκλήρισμα της οικογένειας ολοκληρώνεται με ένα τραγικό περιστατικό. Το καλοκαίρι του 1943 βρίσκεται πνιγμένος ο πατέρας στη βάρκα του στα Μάκαρα και σε τρεις ημέρες πεθαίνει στο Ποδαρά η μητέρα Έτσι απομένουν τα δύο μικρότερα αδέλφια ορφανά, αφού οι τέσσερις αδελφές έχουν εν τω μεταξύ μεταβεί στη Θεσσαλονίκη σε μια αδελφή της μητέρας τους. Το 1945 ο Νίκος παντρεύεται στα Παράκοιλα τη πρώτη του γυναίκα Φρόσω και κάνουν τρία παιδιά τον Γιάννη την Ειρήνη και τον Παναγιώτη. Στα Παράκοιλα συνεργάζεται με τους παλαιότερος μουσικούς της περιοχής (Βαγγελάκι, Φαφάκος κα) το ξάδελφό του Δημήτρη Καλαϊτζή (Κανιγιέ) που και αυτός είχε μετακομίσει εκεί από το Μεσότοπο, ώσπου το 1947 φεύγει για το στρατιωτικό του σε μία από τις χειρότερους περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας. Παρουσιάζεται στη Κρήτη, στη συνέχεια κάνει Μακρόνησο για πέντε μήνες και κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης θητείας του διασχίζει όλα τα βουνά από το Χελμό μέχρι τη Πίνδο για να απολυθεί από τα Αλβανικά σύνορα το 1950 με την ειδικότητα του ολμιστή και το βιολί πάντα στη θήκη. Το 1953 μετακομίζει στη Χαλκίδα όπου ήδη έχουν εγκατασταθεί τα υπόλοιπα δύο αδέλφια του και σχηματίζουν συγκρότημα με την ονομασία οι «Μυτιληναίοι».Το 1959 παντρεύεται τη δεύτερη γυναίκα του Γεωργία και από τότε ζουν μαζί Το 1960 έρχεται για ένα χρόνο στην Αθήνα, αλλά γυρίζει πάλι στα αδέλφια του. Στη Χαλκίδα μένει περίπου 15 χρόνια με τα αδέλφια του, προσπαθώντας σποραδικά να κάνει ηχογραφήσεις στην Αθήνα. Εκεί γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 60 όμως σαντούρια και βιολιά μπαίνουν στο περιθώριο και παίρνει την απόφαση να μάθει μπουζούκι. Με το μπουζούκι πηγαίνει Σικάγο, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία και το 1975 εγκαθίσταται στην Αθήνα, στα Λιόσια όπου κτίζει το σπίτι που μένει μέχρι σήμερα.Το 1978 με την αναζωπύρωση του παραδοσιακού τραγουδιού ηχογραφεί με τους παλιούς παιδικούς φίλους Τάσο Κουλούρη και Χρήστο Παπανικολάου για λογαριασμό του Συλλόγου Μανταμαδιωτών ο «Ταξιάρχης» μια σειρά παραδοσιακών τραγουδιών που κυκλοφορεί με την ονομασία τα «Μυτηλινιά» σε τρεις κασέτες. Πίσω από αυτές ηχογραφήσεις βρίσκεται ένας δραστήριος και ικανότατος καθηγητής από το Μανταμάδο ο Στέλιος Τζελαηδής που οργανώνει τα πάντα, από κατασκευή σαντουριού μέχρι στήσιμο κονσόλας. Έτσι ο Νίκος Μπινταγιάλας με την ευκαιρία αυτή εγκαταλείπει το μπουζούκι και επανέρχεται στις παλιές του αγάπες βιολί και σαντούρι. Συμμετέχει τα επόμενα χρόνια σε ιστορικές ηχογραφήσεις και συνεργάζεται για πολλά χρόνια με το Αρχείο Ελληνικής Μουσικής σε πολλές εκδηλώσεις, συναυλίες σε Ελλάδα και εξωτερικό και ηχογραφήσεις ψηφιακών δίσκων όλες με παραδοσιακά τραγούδια, κτίζοντας ένα σεβαστό όνομα στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής ιδιαίτερα της Λέσβου.Την μουσική παράδοση της οικογένειας συνεχίζει ο γιος του Γιάννης επαγγελματίας μουσικός που ζει στη Μυτιλήνη και διδάσκει στο μουσικό Γυμνάσιο-Λύκειο της πόλης.
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ... ΑΠΟ ΤΟ 1960
Η δισκογραφία του Νίκου Καλαϊτζή παρουσιάστηκε αναλυτικότερα στο τεύχος 3 του περιοδικού μας, αλλά συνεχώς από τότε προκύπτουν νέες και παλιότερες ηχιογραφήσεις. Περιληπτικά θα αναφέρουμε ότι του διέφυγε μόνο η δισκογραφία των δίσκων του γραμμοφώνου, αφού έχει δώσει το παρόν από το 1960 στη δισκογραφία 45 στροφών. Παρακάτω θα αναφέρουμε τις κυριότερες, γιατί υπάρχουν ηχογραφήσεις του σε συλλογές και συμμετοχές του σε δίσκους άλλων καλλιτεχνών που δεν αναφέρονται σε αυτή τη παρουσίαση.Ξεκίνησε λοιπόν ηχογραφώντας 4 δισκάκια στην εταιρεία RCA με συνθέσεις και των τριών αδελφών που παίζουν και στις ηχογραφήσεις. Ένα χρόνο αργότερα στην εταιρεία NEOPHON ένα δισκάκι με τέσσερα τραγούδια που παίζουν μαζί με το Στέλιο Καλαϊτζή – Πέρκο – μπουζούκι και το Χρήστο Παπανικολάου κιθάρα.Το 1979 οι τρεις κασέτες που αναφέραμε παραπάνω τα Μυτιληνιά 1, 2, 3. Στη δεκαετία του 80 ακολουθούν άλλες ηχογραφήσεις σε κασέτες στις εταιρείες POLYPHON και Φοίνιξ με παραδοσιακά τραγούδια, Νιρβάνα με παραδοσιακά, λαϊκά και δικές του συνθέσεις. Οι περισσότερες από αυτές τις ηχογραφήσεις επανακυκλοφόρησαν από τις ίδιες εταιρείες λίγα χρόνια αργότερα σε cd. Στη δεκαετία του 90 ξεκινάνε οι ηχογραφήσεις cd, το 1994 μία πολύ ενδιαφέρουσα σειρά «Ελληνικά παραδοσιακά όργανα» της FM records όπου παίζει σε ολόκληρο στο δίσκο σαντούρι και τραγουδά και στο βιολί όπου συμμετέχει με τα τέσσερα πρώτα κομμάτια. Στη συνέχεια συμμετέχει στους περισσότερους δίσκους (cd.) του Αρχείου Ελληνικής Μουσικής που μέχρι σήμερα είναι περίπου 30, μάλιστα σε έναν από αυτούς παίζει σαντούρι και τραγουδά σε ολόκληρο παραδοσιακά τραγούδια, τίτλος «Μυτιληνιά και Σμυρνέικα». Επίσης συμμετέχει σε δύο ιστορικές εκδόσεις στο «Λέσβος – Αιολίς» από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης σε επιμέλεια του Νίκου Διονυσόπουλου 1996 και στα «Μουσικά Σταυροδρόμια στο Αιγαίο» του Πανεπιστημίου Αιγαίου 2000. Τελευταία του ηχογράφηση η συμμετοχή του με το σαντούρι στο cd.του Συλλόγου Μυτιληναίων Πετρούπολης ο «Θεόφιλος» με τίτλο «Λέσβος – Μ. Ασία …δύο τρία μόλις κύματα δίπλα μας τ’ Αϊβαλί» το 2006. Τέλος συμμετοχές του βρίσκονται σε αρκετές άλλες συλλογές ακόμα και της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ... ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΗΠΕΙΡΟΥΣ
Αναρίθμητες είναι οι εμφανίσεις του όλα αυτά τα χρόνια σε εκδηλώσεις, συναυλίες, κλπ. Θα αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι έχει πατήσει το πόδι του επαγγελματικά στις τέσσερις Ηπείρους Ευρώπη (εκτός από Ελλάδα και Κύπρο, Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία), Αμερική (Σικάγο, Καναδάς), Αυστραλία και Αφρική.Στο ραδιόφωνο ξεκίνησε να παίζει στο ραδιόφωνο Ενόπλων από το 1953 με τα αδέλφια του και έχει ηχογραφήσει εκπομπές ακόμα και στο τρίτο πρόγραμμα τη δεκαετία του 80 επί εποχής Χατζηδάκη. Στη τηλεόραση ακόμα παίζεται από η εκπομπή για το σαντούρι του Γιώργου Παπαδάκη που παίζει σαντούρι και τον συνοδεύει ο αδελφός του Ηλίας και ο Χρήστος Παπανικολάου στη κιθάρα, ενώ έχει παίξει σε όλες σχεδόν τις εκπομπές με παραδοσιακή μουσική. Τέλος τα περισσότερα μουσικά περιοδικά έχουν φιλοξενήσει αφιερώματα και συνεντεύξεις του. Πιο πρόσφατη μια δεκασέλιδη συνέντευξη στο περιοδικό Μετρονόμος
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΠΝΤΑΓΙΑΛΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ
Ο Νίκος Καλαϊτζής «στόλισε» με τη δεξιοτεχνία του αρκετές εκδηλώσεις, δραστηριότητες, χορούς και θεατρικά στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του Συλλόγου μας. Τα χρόνια εκείνα είχε σχηματίσει παραδοσιακή ορχήστρα με δυο παιδικούς του φίλους πολύ αξιόλογους μουσικούς το Τάσο Κουλούρη από το Πολυχνίτο στο βιολί και το Χρήστο Παπανικολάου από τα Βασιλικά στη κιθάρα που και οι δύο είχαν μακρόχρονη θητεία στο λαϊκό τραγούδι ο πρώτος με το Πάνο Γαβαλά και ο δεύτερος με το Γιώργο Ζαμπέτα. Με αυτή τη σύνθεση στις 4 Νοεμβρίου του 1979 συνόδεψε το χορευτικό του Συλλόγου μας στη εκπομπή της ΥΕΝΕΔ «Δημοτικοί χοροί και τραγούδια» του Γιάννη Ματζουράνη. Στις 12 Ιουλίου 1982 συνόδεψε το χορευτικό μας με το ίδιο συγκρότημα στην εκπομπή της ΕΡΤ «Να η ευκαιρία». Στις 18 Οκτωβρίου 1986 ήλθε η ΕΡΤ μετά από πρόσκλησή του και «τράβηξε» τους άντρες του χορευτικού μας για την εκπομπή «Σκοποί του τόπου μας». Στην ορχήστρα εκτός από τον ίδιο συμμετείχαν ο αδελφός του Ηλίας στη κιθάρα και ο ανιψιός του Γιάννης Καλαϊτζής (γιος του αδελφού του Γιώργου) στο τουμπελέκι. Επίσης έπαιξε σαντούρι στο 1ο και 3ο θεατρικό έργο του Πάνου Κοντέλη, που ανέβασε ο Σύλλογός μας «Παντρολογήματα» και «Γι’ αγριάγκαθου ς» αντίστοιχα στα μουσικά τμήματα των έργων, τη μουσική των οποίων, είχε επιμεληθεί και έπαιξε επίσης βιολί ο Στέλιος Καλαϊζής Πέρκος. Αλλά και στα τελευταία χρόνια θυμίζουμε τη συμμετοχή του, το 1977 στη παραδοσιακή ορχήστρα που συνόδεψε το χορευτικό μας στις εκδηλώσεις του Συλλόγου μας στην Ηλιούπολη και στο Μεσότοπο (με τους αδελφούς Φιλιπίδη κλαρίνο, λαούτο, Στράτο Γευγελή κρουστά), το 1998 στο Σαρακοστιανό χορό με τον αδελφό του Ηλία στο μπουζούκι, το Δημήτρη Κοφτερό στο σαντούρι, το Χρήστο Παπανικολάου κιθάρα και το νεαρό Αντρέα Ρεβύθη κρουστά. Ήταν επίσης στην ορχήστρα που συνόδεψε το χορευτικό μας στη Πετρούπολη το καλοκαίρι του 1998, πάλι με την ίδια παραδοσιακή ορχήστρα και στο ψαροπάρτυ του ίδιου χρόνου μαζί με την ορχήστρα του Συλλόγου. Αυτός ο προικισμένος μουσικός και η οικογένειά του αποτελεί ένα μέρος της μουσικής ιστορίας του Μεσοτόπου. Μιας ιστορίας που έχει πλούσιο υλικό, αφού όλα τα χρόνια το χωριό μας είχε έντονη μουσική δραστηριότητα ανεξάρτητα με τις αντικειμενικές δυσκολίες κάθε εποχής και σε επαγγελματική και σε ερασιτεχνική δημιουργία. Ελπίζουμε ότι αυτή η εκδήλωση θα αποτελέσει το έναυσμα μια καινούριας αρχής, για να προχωρήσουν οι δραστηριότητες με τα μουσικά θέματα που εκκρεμούν εδώ και μερικά χρόνια. Ο Μεσότοπος λοιπόν γέννησε ένα δεξιοτέχνη καθώς και μια ολόκληρη καλλιτεχνική οικογένεια. Αυτό και είναι και το θέμα της βραδιάς των γενεθλίων του Συλλόγου στις 13 Δεκεμβρίου. Ένα ερώτημα νομίζω όμως ότι προκύπτει διάχυτο μέσα από όλα αυτά. Θα ξαναβγεί Μπινταγιάλας; ... και πότε. Σας περιμένουμε στις 13 Δεκεμβρίου.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΟΣΧΟΒΗΣ
NΙΚΟΣ ΜΠΙΝΤΑΓΙΑΛΑΣ: «Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΟΛΗ»
Ένα πολύ σημαντικό αφιέρωμα στον σπουδαίο Μεσοτοπίτη καλλιτέχνη του πενταγράμμου όπως το αναδημοσίευσε η εφημερίδα «Αιολικά νέα». Μια πρώτη γεύση από την εκδήλωση - αφιέρωμα που θα κάνει ο σύλλογος Μεσοτοπιτών με αφορμή τα καθιερωμένα γενέθλια στην αίθουσά μας στη Δάφνη μέσα στο Δεκέμβριο.
Πολιτισμού δρώμενα
Συντάκτης: Χριστίνα Βογιάννη
10σέλιδη συνέντευξη-ποταμό με τον "γερόλυκο" της λεσβιακής μουσικής Nίκο Μπινταγιάλα φιλοξενεί στο τελευταίο τεύχος του το μουσικό περιοδικό Μετρονόμος. Οι φωτογραφίες που τη συνοδεύουν πολλές και σπάνιες και ο λόγος του Μπινταγιάλα κοφτός, άμεσος, αποκαλυπτικός. Μιλά για τα παιδικά του χρόνια, για τους απανωτούς θανάτους των δικών του, που βίωσε στην Κατοχή, για τη θητεία του στη Μακρόνησο, για τις συνεργασίες του με την Μπέλλου, τον Βαμβακάρη, τον Γενίτσαρη, για τους δυο γάμους του, για τις περιοδείες του στο εξωτερικό, για τα 5 (και βάλε) όργανα που παίζει, κάνοντας πολλούς να τον αποκαλούν δικαιολογημένα "φαινόμενο". Ο λόγος στον ίδιο μέσα από επιλεγμένα αποσπάσματα της συνέντευξής του:
"Γεννήθηκα το 1925 στο Μεσότοπο. Ήμασταν 8 παιδιά, τέσσερα κορίτσια και άλλα τόσα αγόρια. Το πατρικό μου επώνυμο ήταν Ντόβας. Τον πατέρα τον λέγανε Καραγιάννη, επειδή ήταν μαύρος. Το παρατσούκλι του πατέρα του ήταν “Τσ'λια” επειδή ήταν πολύ γερό πιρούνι. Μια φορά τον καλέσανε σε μια γιορτή κι έτρωγε τους κεφτέδες τρεις-τρεις. Το σόι της μητέρας μου ήταν ναυτικοί, θαλασσινοί. Τότε οι Μεσοτοπίτες, οι χωριανοί μου, δούλευαν πολύ τους δυναμίτες για τα ψάρια. Λέγανε λοιπόν ότι ένας αδελφός της μητέρας σκοτώθηκε από δυναμίτη, ο Αρτέμης. Δεν τον γνώρισα. Εγώ ήξερα πέντε αδελφές της μάνας μου. Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στον Πολιχνίτο. Εκεί μεγάλωσα, εκεί έβγαλα το δημοτικό σχολείο. Αλλά έπαιζα βιολί από μικρό παιδί".
Μουσικός από σόι
"Μου άρεσε η μουσική πολύ. Και πήγαινα στο σπίτι, εκεί που κρεμούσαν τα βιολιά στον τοίχο. Ο πρώτος μου αδελφός μου έπαιζε βιολί. Ο πατέρας μου έπαιζε ούτι και λαούτο. Ο πατέρας μου είχε τρία αδέρφια, Κώστας, Γιώργος, Μανώλης, άγιοι άνθρωποι και πολύ γλεντζέδες. Ο Μανώλης ήτανε μουσικός, έπαιζε σαντούρι και ωραία τραγουδούσε. Ο Κώστας έπαιζε λίγο τουμπερλέκι και τραγουδούσε μόνο στις παρέες. Ο πρώτος αδελφός μου βιολί, ωραίος μουσικός, σκοτώθηκε 25 χρονών στον πόλεμο στην Αλβανία. Ο άλλος αδελφός, ο Γιώργος ήταν σαντουριέρης. Ο Ηλίας έπαιζε κιθάρα, μπουζούκι και τραγουδούσε. Όλοι πεθάνανε πια, έμεινα μόνος".
Το πρώτο βιολί
"Γνώριζα τις φωνές από μικρός. Και μια δόση ο πατέρας λέει στον πιο μεγάλο αδελφό. “Δως΄ μου ένα λα να κουρδίσω το ούτι”. Πήγα στον τοίχο, που ήταν κρεμασμένο ένα βιολί και νταν το χτυπάω “λα”. Έξι χρονών. Από το Δημοτικό σχολείο έπαιζα βιολί. Είχα ένα βιολάκι τρία τέταρτα, το οποίο το χω ακόμα εδώ, μ΄ αυτό έπαιζα. Στη Δευτέρα δημοτικού, στο Λισβόρι, στο χωριό του νονού μου, του Σταμάτη Χατζησταματίου, το είδα και αμέσως το ερωτεύτηκα. Ταίριαζε στα χέρια μου. Δεν μπορούσα να πιάσω κανονικό βιολί. “Πόσα θέλεις για το βιολί κυρ-Στρατή;”, ρώτησε η μάνα μου που είδε ότι είχα πάθε ζημιά. “Πεντακόσια φράγκα” λέει εκείνος. Πού να βρεθούν τόσα λεφτά; Τότε η μάνα μου, που είχε ραπτομηχανή και έραβε, μου είπε, όπως με είδε πολύ στεναχωρημένο: “Μόλις τελειώσω τα ρούχα, εσύ θα πηγαίνεις τις παραγγελίες και θα βάζεις τα μπουρμπουάρ σε έναν κουμπαρά”. Έτσι, λοιπόν, αγόρασα το πρώτο βιολί. Έπαιζα συνέχεια…".
Αυτοδίδακτος
"Όλα τα έμαθα μόνος μου. Ούτε μια νότα δεν διδάχτηκα. Καλά έπαιζα. Γνώριζα τις φωνές, τα κλειδιά. Μέχρι να βγάλω το δημοτικό ήξερα τρία, τέσσερα όργανα. Κάποτε θυμάμαι έπαιζα σε ένα χωριό, σε μια παραλία. Ένας Ελληνοαμερικάνος που με είδε μπαίνει μέσα στο πλήθος, βγάζει ένα κατοστάρικο και το βάζει πάνω στο βιολί. “Μπράβο ρε πιτσιρίκο!”. Τότε το κατοστάρικο ήταν πάπλωμα. Εκτός που έπαιζα, τραγούδαγα κιόλας. Μια νύχτα έκανα πορεία απ΄ το να χωριό στο άλλο και στο δρόμο τραγούδαγα. Πιτσιρικάς. Και τραβούσα κάτι μανεδάκια! Ένας τσοπάνος ήταν πάνω στο βουνό, πήρε το δρόμο, κατέβηκε και μπήκε μπροστά μου: “Ρε Νικάκι, με παλάβωσες βρε μωρό μου”. Ήμουνα δραστήριος από μικρός".
Η καταγωγή του ονόματος
"Αδέλφια, πατέρας, ήταν οικογενειακό συγκρότημα. Προτού το 1940, από το 1933 παίζαμε σε πανηγύρια και γάμους στο νησί. Βιολί ο μεγάλος αδελφός, λαούτο και νταούλι ο πατέρας, κορνέτα εγώ, μετά τρομπόνι, μερικές φορές έπαιζα βιολί, ο άλλος αδελφός, έπαιζε σαντούρι, γερός μουσικός κι αυτός. Παίζαμε όλοι ανάλογα με το πανηγύρι. Και τότε είχε βγει ένα τραγούδι, το “Μπινταγιάλα”: Επειδή πρώτος το τραγούδησε ο αδελφός μου ο βιολίστας μας βγάλανε το όνομα Μπινταγιάλας (σ.σ. δημοφιλές άσμα του Π. Τούντα (1931) σε δυο εκτελέσεις με την Ρόζα Εσκενάζυ και με τον Στέλιο Περπινιάδη). Κι έμεινε. Επειδή πρώτος το είπε ο αδελφός μου αυτό το τραγούδι, άρεσε τότε στην Μυτιλήνη, δεν μας ήξεραν ακόμα καλά, ο κόσμος έλεγε: “Αυτοί που τραγουδάνε τον Μπινταγιάλα”. Εγώ το κράτησα γιατί μ΄ άρεσε. Τώρα αν πας στη Μυτιλήνη και με ζητήσεις Καλαϊτζής, δεν θα με βρεις, άμα πεις Μπινταγιάλας και οι πέτρες με ξέρουν".
Τα πανηγύρια στη Μυτιλήνη
"Γιόρταζε τότε ο κόσμος. Εμείς παίζαμε πότε στο Μεσότοπο, πότε στον Πολιχνίτο, πότε στα Παράκοιλα. Παίζαμε όλοι μαζί και ό,τι παίρναμε το δίναμε στη μητέρα μας. Ήτανε ο ταμίας. Μας έδινε χαρτζιλίκι. Με τον πόλεμο σκορπίσαμε. Χάσαμε τον αδελφό μου αρχές 1941 και το 1943 μέσα σε τρεις μέρες πεθάνανε οι γονείς. Πρώτα ο πατέρας, πνίγηκε. Μετά τρεις μέρες πέθανε η μητέρα, χωρίς να ξέρει το θάνατο του άντρα της. Νεότατοι. Η μάνα μου 45 κι ο πατέρας 55 χρονών. Μετά τον πόλεμο πήγα στην Χαλκίδα, πήγα κι εγώ να μείνω εκεί".
Στη Μακρόνησο
"Μέσα στην κάψα του εμφυλίου πολέμου υπηρέτησα τη θητεία μου. Πρώτα στην Κρήτη, μετά Μακρόνησο. Είχα και το βιολί μαζί μου. Έβγαινα στην εξέδρα κι έπαιζα για την ψυχαγωγία μου των στρατιωτών. Ήτανε λιγάκι πιο χαλαρά τα πράγματα για μένα, λόγω της μουσικής. Κάθισα πέντε-έξι μήνες στην Μακρόνησο. Αν σκεφτείς τι τραβήξανε οι άλλοι εκεί, μάλλον καλά πέρασα."
Συνεργασίες - Δισκογραφία
"Συνεργάστηκα με την Σωτηρία Μπέλλου, σε μαγαζί στην Εύβοια. Με τον Μιχάλη Γενίτσαρη, πάντα καλοντυμένος, σεβρό παπούτσι, αρχοντικός, πάντα στην πένα. Και με τον Μ. Βαμβακάρη. Παίξαμε ένα φεγγάρι μαζί σε ένα μαγαζί, πρέπει να ήταν στην Ιτέα. Δισκογραφία όμως δεν έκανα πολύ. Το 1961 κάναμε δύο δίσκους με τον Τάκη Σούκα. Ωραίος μουσικός. Επίσης ένα δίσκο με τον Στάθη Κάβουρα. Ηχογράφησα δημοτικά τραγούδια με τον Νίκο Διονυσόπουλο. Συνεργάστηκα τελευταία με τον Γιώργο Κωστάντζο. Έγραψα και λίγα δικά μου τραγούδια. Ένα λέει:
Πες μου τι σου΄ φταιξα
και με πληγώνεις τόσο
Τα βάσανα με κούρασαν
φύγε για να γλιτώσω
"Τα Χριστούγεννα του 1953 το ‘γραψα, για το ναυάγιο της τότε οικογένειάς μου".